Από τα Στόματα των Αποφοίτων του «Κρυφού Σχολειού»
"Έλλην ων τηι φωνήι, ουκ αν ποτέ φαίην Έλλην είναι, δια το μη φρονείν ως εφρόνουν ποτέ οι Έλληνες' αλλ' από της ιδίας μάλιστα θέλω ονομάζεσθαι δόξης. Και ει τις έροιτό με τις ειμι, αποκρινούμαι χριστιανός είναι."
- Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (15ος Αιώνας)"Να μην εορτάζωνται πλέον τα Ρουσάλια, ωσάν οπού και αυτά είναι ελληνικαί εορταί με το ίδιον όνομα προφερόμεναι και από τους Έλληνας, άτινα και ταύτα ο κανών εμποδίζει. Μήτε να ανάπτουν φωτιές αφ' εσπέρας της Μεγάλης Πέμπτης, φρενοβλαβώς απατώμενοι ότι έρχονται οι νεκροί και θερμαίνονται, μήτε να βάλλουν εις τα μνήματα βρώματα, πιστεύοντες ότι ανίστανται οι νεκροί και τρώγουσιν, ότι τούτο είναι ελληνικόν, παρόμοιον με εκείνο το μελίκρατον, όπου οι Έλληνες έχυνον εις τα μνήματα των νεκρών αυτών."
- Νομικόν Πρόχειρον (1765)"Αδελφοί μου, έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού δεν είσθε Έλληνες, δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ' είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί..."
- Αγίου Κοσμά Αιτωλού (+1779)"Τσι περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη ντως θεμέλιο μηδέ ρίζα..."
- ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ (17ος Αιώνας)Στον καιρό των παππούδων των παππούδων μας, κάποιοι από το χωριό μας ταξίδεψαν στην Πόλη. Όταν έμαθαν πως εκεί ζούσε ακόμα μια γριά από τη γενιά των Ελλήνων, είπαν να πάνε να την ιδούν. Είχε ανάστημα πιο μεγάλο από ανθρώπου, μόνο που από τα γεράματα είχε στραβωθεί. Τους ρώτησε να μάθει για τον τόπο τους, και ύστερα γυρνώντας σ' έναν από αυτούς ζήτησε να της δώσει το χέρι του. Εκείνος τρόμαξε και δεν το αποκότησε, μόνο άρπαξε μια μασιά που βρέθηκε στο τζάκι και της την έδωκε. Η γριά έσφιξε τη μασιά μέσα στα δάχτυλά της και έσπασε. Τότε τους είπε: Είσαστε δυνατοί και σεις, μα όχι όσο ήμασταν εμείς! (γιατί θαρρούσε πως κρατούσε το χέρι του.)
- ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ (19ος Αιώνας)Σε πιο παλιά χρόνια ζούσαν εδώ οι Λήνηδες [Έλληνες], άντρες δυνατοί, μεγαλόκορμοι, τις πιο πολλές φορές γυμνοί' αγαπούσαν τους άλλους ανθρώπους. Ακόμα και σήμερα τους βλέπουν μερικοί μέσα στο δάσος. Έναν γέρο Δρανιτσιώτη, ιδρωμένο και αποσταμένο, με το υνί στον ώμο του, τον απάντησε ένας Λήνης και του λέει: - Γιατί 'σαι έτσι αποσταμένος; - Απ' τ' αλέτρι που 'ναι βαρύ του λέει. Και το πηρ' ο Λήνης και του λέει: - Αυτό 'ναι βαρύ; και το 'κλασε με τα χέρια του απάνω στο γόνα του.
- ΘΕΣΣΑΛΙΑ (19ος Αιώνας)"Tο συμφέρον της Εκκλησίας έρχεται πρώτο, και έναντι της οικογένειας, ακόμη και αυτής της πατρίδας!"
- Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, στο Α' Ιερατικό Συνέδριο (16 Μαϊου 2001)Στη μεγάλη πόρτα του παλιού κάστρου της Μεσσήνης βρίσκεται ένα θεόρατο λιθάρι που φράζει το δρόμο. Αυτό το έφερνε από μακριά στον καιρό των Ελλήνων μια Ελλήνισσα, το εβαστούσε απάνου στο κεφάλι της, και ένεθε και τη ρόκα της. Άμα έφτασε σε κείνο το μέρος, έκαμε αχ! γιατί εκουράστη λίγο, και αμέσως εράγισε η πέτρα και έμεινε εκεί.
- ΜΕΣΣΗΝΙΑ (19ος Αιώνας)"Ήφεραν του και το σπαθί του Γολιάθ του Έλληνος."
- (16ος Αιώνας)Στου Βερνίκου το κάστρο κατοίκααν οι Έλλενοι, ανθρώποι άξιοι και πολύ δυνατοί. Μπροστά τους εμείς φαινόμασταν μύγες. Όντας φάνηκε η καινούρια πλάση, έζηε ακόμα ένας απ' αυτουνούς τους Έλλενους, που δεν ήγλεπε, ήταν γκαβός. Μαζώχτηκαν οι γι'αθρώποι και τον κοίτααν. Είχε κάτι ποδάρια, κάτι χερούκλες, τέτοιες για! - Για δομούτε το χέρι, τους λέει αυτός, να ιδώ τη δύναμή σας. Οι αθρώποι τόδωκαν το γυνί. Το 'πεκ' αυτός με το χέρι του και το λύισε. - Είστε, τους είπε - γιατί πήρε το γυνί για χέρι - δυνατοί και σεις, αλλ' εμείς ήμασταν αξιότεροι.
- ΗΠΕΙΡΟΣ (19ος Αιώνας)Οι Έλληνες ήταν πάρα πολύ μεγάλοι άνθρωποι, το κεφάλι τους έφτανε ως τα σύννεφα. Ήταν ψηλότεροι και χοντρότεροι από το βούνι της Σιούτιστας. Όταν έχτιζαν τα κάστρα που φαίνονται ακόμα στην Κρετσούνιστα και ο άλλος από τη Βελτσίστα και εδανείζονταν τα σύνεργά τους. Τότες που ζούσαν οι Έλληνες δεν χρειάζονταν γιοφύρια, γιατί αυτοί πηδούσαν τον Καλαμά σαν που πηδούμε εμείς σήμερα τες αυλακιές στο χωράφι. Φώναζαν από δω κι απηλογιόνταν από την Άρτα. Με εκατό δρασκέλες πάγαιναν από δω ως τα Γιάννενα. Όταν πολεμούσαν αναμεταξύ τους, έριχναν ο ένας στον άλλο ραϊδιά, γιατί δεν είχαν ντουφέκια τότες. Τέτοιοι θα ήμασταν και εμείς, αλλά ανάθεμα στη Μονοβύζα, που μας κατάντησε σαν που είμαστε σήμερα.
Η Μονοβύζα ήταν από την γενιά των Ελλένηδων. Είχε ένα βυζί μονάχα, που τό 'ριχνε στην πλάτη, γιατί ήταν πολύ μεγάλο και σβαρίζουνταν. Κατοίκαε στο παλάτι της στη Γκρίκα.
- ΗΠΕΙΡΟΣ (19ος Αιώνας)"Για τις παλιές κολόνες στο Μελινάδο, τα λείψανα του ιερού της Άρτεμης, οι κάτοικοι του χωριού και οι γειτονικοί συνοικισμοί πιστεύουν πως είναι οι ρόκες των γιγαντσσώνε."
- ΖΑΚΥΝΘΟΣ (19ος Αιώνας)"Στο Λιοντάρι κοντά στην Παλιαπέτρα ως πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν πάνω σε μια πλάκα μια μεγάλη γούβα, σε σχήμα τσαρουχιού μεγάλου, και πίστευαν πως ήταν το αχνάρι από τσαρούχι του Έλληνα."
- ΑΡΚΑΔΙΑ (20ος Αιώνας)Το παλιό καιρό, τω καιρώ που λεει και το Ευαγγέλιο, οι αθρώπ' ήτον' αψηλοί και μεγαλοκαμωμένοι. Ήτονε δα μαθές σα τζι παλαιοί Έλληνες, πο στήνασι μοναχοί ντονε χωρίς σύνεργα ολόκληρα βουνά και τα πααίνασιν όπο θέλασι. Τέθοια παλικάρια εστήσασιν και τσι κολόνες τση Πορτάρας της Αξάς, εχτίσασι τον πύργο του Χειμάρρου, πού 'τονε δέκα βολές πκι' αψηλός από ό,τι είναι τώρα, κι εκάμασιν και τον Απόλλωνα.
- ΝΑΞΟΣ (20ος Αιώνας)Αυτούνοι οι Έλληνοι ήταν αψηλοί σα λεύκες, τρανοί ως εφτά πήχια, ήταν και καμπόσοι μονάντεροι που φτάναν τα εννιά πήχια... Τσι μουστάκες τσι κομπόδεναν πίσω στο σβέρκο... Οι θηλυκές Έλληνοι ήταν χαμηλότερες, είχαν μακριά χρυσά μαλλιά με κοσιάνες π' ακουμπούσαν στη γης. Έπαιρναν στην αγκαλιά πέντε προβατίνες και τσι έφερναν στο καλύβι, όταν αυτούνες αρρωσταίναν. Πότες πότες άρμεγαν και τα γίδια... Τα παιδιά, όντας γεννιένταν, ήταν τρανά όσο μια προβατίνα. Μονάχα οι Έλληνοι δεν ήταν πολλοί, ήταν λιγοστοί και χάθηκαν.
- ΘΕΣΣΑΛΙΑ (20ος Αιώνας)Οι Έλληνες χάθηκαν όλοι όταν κάποτε έπεσε πείνα μεγάλη στη γη. Τότε καθένας τους έπαιρνε λίγες τροφές και έμπαινε στον τάφο του, για να βρεθεί θαμμένος, όταν οι τροφές του θα τελείωναν και θα πέθαινε.
- ΚΡΗΤΗ (20ος Αιώνας)Στα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Έλληνες. Αυτοί έχτισαν το κάστρο μας, τις μεγάλες βαριές πέτρες που βλέπεις εκεί τις κουβαλούσαν με τα χέρια τους. Οι Έλληνες δεν έμοιαζαν με τους σημερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσσια. Καθένας τους στην καθησιά του έτρωγε ένα ολόκληρο βόδι και όσα καρβέλια μπορεί να ψήσει ένας φούρνος μεμιάς. Για να καταλάβεις πόσο γερά έτρωγαν: κάποτε αρρώστησε το παιδί μιας Ελλήνισσας και έχασε την όρεξή του. Όταν άρχισε να παίρνει τ' απάνω του, μια γειτόνισσα ρώτησε τη μητέρα πώς τα πηγαίνει ο γιος της. - Κάτι καλύτερα, είπε εκείνη. Σήμερα έφαγε πέντε καρβέλια ψωμή και ένα βουβαλόκέφαλο. Με αυτό ήθελε νε δείξει πως η όρεξη του παιδιού της είχε αρχίσει νε ξανάρχεται. Αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν σιγά σιγά και χάθηκαν, γιατί η γη, που έτρωγαν, δε βαστούσε να τους θρέψει.
- ΗΠΕΙΡΟΣ (20ος Αιώνας)Στα Κράβαρα κατοίκησαν Έλληνες, μεγάλοι, αντρειωμένοι. Σε λίγο όμως έπεσαν φοβερά κουνούπια, με μύτες σιδερένιες που κυνηγούσαν κι εθανάτωναν τους Έλληνες, ώσπου αναγκάστηκαν όσοι είχαν απομείνει να φτιάσουν μεγάλα πιθάρια και να θαφτούν μέσα εκεί ολοζώντανοι. Κι έτσι αφανίστηκε από τα Κράβαρα η πρώτη γενιά, η μεγάλη, η αντρειωμένη.
- ΑΙΤΩΛΙΑ (19ος Αιώνας)Οι παλιοί Έλληνες πέθαιναν ο ένας κοντά στον άλλον, γιατί τους τσίμπαγαν κάτι κουνούπια μεγάλα, θεοκούνουπα, πόστειλε ο Θεός για να τους καταστρέψει. Πολλοί απ' αυτούς, για να γλιτώσουν, τρύπωναν μέσα στους λόγγους, στις σπηλιές κι όπου πρόφταιναν. Ένας τυφλώθηκε, κι ύστερ' από καιρό βγήκ' απ' το σπήλιο πού 'ταν κρυμμένος, κι εκεί ήβρηκε έναν ζευγίτη απ' την νέα πλάση και του ζήτησε να του δώκει το χέρι του, ήθελε να δοκιμάσει τί δύναμη έχουν οι άνθρωποι απ' τη νέα γενιά. Ο ζευγίτης φοβήθηκε κι αυτός να του δώσει το χέρι του και τόδωκε το υνί απ' τ' αλέτρι. Ο Έλληνας τό 'πιασε με τη χερούκλα του, το χεράκωσε και τό 'σφιξε τόσο πολύ που τό 'καμε σαν προζύμι μαλακό, και το υνί έβγαλε νερό. Τότε ο Έλληνας είπε: - Και σεις είστε γεροί, όχι όμως σαν εμάς, εμείς ήμασταν δυνατότεροι!
- ΗΠΕΙΡΟΣ (20ος Αιώνας)Παλιόν καιρό οι γι'αθρώποι ήταν πολύ μεγάλοι. Μεγάλύτεροι απ' όλους ήταν οι Ελλένηδες. Αυτοί ήταν κακοί αθρώποι γι' αυτό ο Θεός έστειλε κάτι κουνούπια μεγάλα με μύτες σιδερένιες και τους κυνήγαγαν. Μονάχα τη νύχτα έβγαιναν οι αθρώποι, που κοιμούνταν τα κουνούπια, και το πουρνό, πριν βαρέσει ο ήλιος, και το βράδυ, μότι βασίλευε. Όλη την άλλη μέρα κάουνταν μες στη γης. Είχαν φκιάσει εκεί κατοικιά ίσια για έναν άθρωπο, είχαν το ψωμί τους, το νερό τους σε μποτίλιες, τη λάμπα τους κι ό,τι άλλο χρειαζούμενο. Μα δεν μπόρειαν να ζήσουν όλη τη μέρα κλεισμένοι, κι ένας ένας χάθηκαν. Σήμερα σκάφτουν και βρίσκουν τα κατοικιά τους, σεντούκια λιθαρένια. Μέσα βρίσκουν κόκαλά τους, λάμπες, μπότια και ό,τι άλλο είναι.
- ΗΠΕΙΡΟΣ (20ος Αιώνας)Οι Γέλληνες μια φορά περηφανεύτηκαν κι ήθελαν να φτάσουν το Θεό. Για να τον φτάσουνε, έχτιναν ένα κάστρο τον ανήφορο. Λέει ο Θεός: - Έτσι είστε σεις; Σας κάνω γω και δε βλέπετε ένας τον άλλον! Τους έδωκε οργή, κι όθε βρίσκεταν ο καθένας πέθαινε αδεκεί. Επειδή ο καθένας γνώριζε πως θα πεθάνει, έφκιανε τον τάφο του μοναχός του, κι έβανε ό,τι χρειάζεταν: το κανατάκι του, το λιχναράκι του, το πιατάκι του, κι άλλο ό,τι του χειάζεταν. Άμα τ' άφκιανε ούλα αυτά, πάαινε μοναχός του κι έμπαινε μες στον τάφο του. Άμα πάαινε μέσα, λάλαε ένα κουνούπι στ' αυτί του, και πέθαινε εκεί μέσα που βρίσκουνταν. Έτσι έπαθαν μια φορά οι Γέλληνες, και βρίσκουμε τα μνήματά τους σήμερα ακόμα από ράχη κι εκεί μέσα τα κανατάκια τους, τα λυχναράκια τους κι ούλα τα στράγκια τους. Οι Γέλληνες μια φορά ήταν άντρες θεριά, όχι σαν τ' εμάς σήμερα τους κακαντράκηδες. Σήκωναν βουνά ακέρια. Δεν τηράτε τα παλιά τα κάστρα με τί πέτρες είναι χτισμένα; Εκειές τις πέτρες τις σήκωναν με τα χέρια τους και τις απίθωναν.
- ΑΙΤΩΛΙΑ (19ος Αιώνας)Στον καιρό των αρχαίων Ελλήνω οι γ'αρχαίοι Έλληνες εθέλανε να γένουνε πια πάνω απού το Θεό, και δεν κατεβαίνανε απάνω απού τ' άλογά ντως, μόνο επηαίνανε κι ετσιμπούσανε το αντίντερο απού τ' αλόγατα με τα σπαθιά, και δεν επηαίνανε στην εγκλησιά. Ο Θεός γι' συτό τσι γκρέμισε και τσί 'καμε διαόλους. Ο άγγελος είπε: - Κύριέ μου, θα κατεβούνε να κάψουνε τον κόσμο εκειά που θα πάνε. Λέει τότες ο Θεός: - Στέσε τσι! Ο άγγελος τότε τως είπε: - Στήτε, είπε ο Θεός, και διασκορπιστείτε! Και στένει τσι πάλι. Όσοι 'σανε στον αέρα και δεν ήσανε πεσμένοι, πειράζουν εδά στον αέρα, όσοι επέσανε στην ξηρά, πειράζουνε στα φρούδια, κι όσοι επέσανε στο νερά, εγενήκανε ανεράιδες.
- ΚΡΗΤΗ (20ος Αιώνας)Οι αρχαίοι Έλληνες ήσανε κακοί, κι ο Θεός τσι ξεβαρέθηκε κι ήπεψε τον άγγελο και τως είπε: - Τρεις χρόνους λίμα ή τρεις ώρες πόλεμο; Αυτοί είπανε: Τρεις χρόνους να πεινούμε δε βαστούμε. Καλλιά τρεις ώρες πόλεμο! Ετότες ήπιασε ο άγγελος το σπαθί ντου και τσί 'κοβε ίσαμ' απού ξετελέψανε, τρεις ώρες. Ύστερα ήσυρε το σπαθί ντου, ήπιασε ένα πανάκι και το πάστρεψε, κι απόι το 'βαλε μέσα σ' ένα γυαλάκι και το φύλαξε, ύστερα τό 'θαψε μέσα στη γη. Σαν πέρασε πολύς καιρός κι εξαναγίνανε πάλι οι γ'αθρώποι, ήτυχε κι επήε ένας άθρωπος κι ήσκαφτε, και βρίσκει το γυαλί και το ξεσουμπώνει και πετάται η πανώγλα έξω και ξεκάνει τσι, κι επόμενε μόνο που κι ένας ζωντανός.
- ΚΡΗΤΗ (20ος Αιώνας)"Στους βοσκούς γύρω από το ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες ζει ακόμα σήμερα το όνομα των Ελλήνων. Με αυτό το όνομα χαραχτηρίζουν καθετί που πιστεύεται ηρωικό και γιγάντιο. Για τον εαυτό τους κάθε άλλο παρά που θαρρούν πως είναι οι κληρονόμοι της δόξας των παλιών κατοίκων. Η απλοϊκή σκέψη αυτών των βοσκών θεωρεί τους Έλληνες προγόνους των Φράγκων, ξένους τεχνίτες που κάποτε κρατούσαν τον τόπο αυτόν. Έτσι εξηγεί γιατί οι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν στα μέρη αυτά και δίνουν τόση σημασία σε ό,τι έχει απομείνει από εκείνους."
- ΑΡΚΑΔΙΑ (19ος Αιώνας)Οι *Μυλόρδοι δεν είναι χριστιανοί, γιατί κανείς ποτέ δεν τους είδε να κάνουν τον σταυρό τους. Η γενιά τους είναι από τους παλιούς ειδωλολάτρες τους Αδελφιώτες, που φύλαγαν το βιο τους σ' ένα κάστρο που τό 'λεγαν Αδελφούς, από τους δυο αδελφούς τα βασιλόπουλα που τό 'χτισαν. Όταν η Παναγία και ο Χριστός ήρθαν σ' αυτούς τους τόπους και όλοι οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν χριατιανοί, οι Αδελφιώτες σκέφτηκαν πως ήταν καλύτερα γι' αυτούς να φύγουν, κι έφυγαν στη Φραγκιά και πήραν και όλα τα πλούτη τους μαζί. Απ' αυτούς είναι οι Μυλόρδοι, κι έρχοντια τώρα εδώ και προσκυνούν αυτά τα λιθάρια.
- ΦΩΚΙΔΑ - ΔΕΛΦΟΙ (19ος Αιώνας)
*Μυλόρδοι = Οι Άγγλοι [< "My Lord"]
Το 1804 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο σε πολύ προσεγμένη έκδοση με τον τίτλο "Γεωπονικόν". Το βιβλίο το έγραψε ο μοναχός Αγάπιος ο Κρής. Ήταν τυπωμένο στην Ενετία και στο τυπογραφείο του Γιαννιώτη, Πάνου Θεοδοσίου. Συγκριτικά με τ' άλλα έντυπα, το βιβλίο αυτό είχε την μεγαλύτερη κυκλοφορία στην προεπαναστατική Ελλάδα. Η διάθεσή του ήταν εντελώς ελεύθερη, το δε περιεχόμενό του είχε την έγκριση του επιστάτη του πατριαρχικού τυπογραφείου Ιλαρίωνα Σιναΐτη. Στο πρώτο μέρος δίνονταν συμβουλές για το φύτεμα και μπόλιασμα των δένδρων και την καλλιέργεια άλλων φυτών. Στο δεύτερο, η χρησιμότητα διαφόρων βοτάνων και συνταγές φαγητών, στην συνέχεια όμως ακολουθούσαν προτροπές και παραινέσεις σχετικά με την υγεία...
Διά να κάμης τα βυζιά της κόρης να μη μεγαλώσουν: Μουνούχισον κάπρον και με το αίμα του δεξιού ορχιδίου άλειφε το δεξιόν βυζί της κόρης, και με το αίμα του ζερβού, το αριστερόν, να μη μεγαλώσουν περισσότερον. Κοπάνισον μελισσόχορτον και βάλε το εις τα βυζιά της κόρης ωσάν μπλάστρι, να μη τρανεύσουν ολότελα. Ομοίως αν το βάλης εις τα ορχίδια του παιδιού αυτό το έμπλαστρον, δεν τρανεύουσιν, αλλά μένουν καθώς ήσαν όταν το έβαλες.
Να εύρης άνθρωπον πνιγμένον: Εάν τύχη και πνιγή τις εις ποταμόν, ή εις θάλασσαν, και δεν τον ευρίσκεις, ρίξε ένα ψωμί εις εκείνην την μερά όπου επνίγη, και αυτό βουλά, και υπάγει απάνω εις το λείψανον του νεκρού, και στέκεται.
Εις πρίσμα ορχιδίων: Βράσε κουκκία τσακισμένα ωσάν φάβα, βάλε τα εις λινόν σακκούλι, και ούτω ζεστά βάνε τα εις το πάθος, και κάμε το πολλαίς φοραίς ημέραν και νύκτα. Στούμπισον πήγανον και βάνε τον.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΚακρίδης Ι. Θ.: Οι Αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνινκή Λαϊκή Παράδοση, Αθήναι, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, (δ' έκδοση) 1997
Ρασσιάς Β.: Υπέρ της των Ελλήνων Νόσου, Αθήναι, Ανοιχτή Πόλη, 1994
Κοσμά Αιτώλου (+1779): Διδαχαί, Βίοι, Ακολουθίαι, έκδ. Αρχιμανδρίτου Α. Ν. Καντιώτου, 1959
Φωτεινοπούλου Μιχαήλ: Νομικόν Πρόχειρον (1765), έκδ. Π. Ζέπου, 1959
Verlag Heimeran: Die Alten Hellenen in Neugriechischen Volksglauben, Munchen, 1966